Header ad

Οπλοκατοχή: Aρωγός ελευθερίας ή αναχρονιστικό κατάλοιπο;

Οπλοκατοχή: Aρωγός ελευθερίας ή αναχρονιστικό κατάλοιπο;

Η οπλοκατοχή είναι ένα ζήτημα που στην «πολιτισμένη Ευρώπη» θεωρείται ταμπού. Η απαγόρευσή της κιόλας σημάδι και ένδειξη πολιτισμού.

Η εκχώρηση του δικαιώματος στην οπλοκατοχή, σε μία πολιτική ελίτ και στα εκτελεστικά της όργανα δεν είναι σύμβολο πολιτισμού. είναι σύμβολο απουσίας του. είναι σύμβολο μιας κοινωνίας πρόθυμης να θυσιάσει τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα, στο βωμό της ασφάλειας.

Εισαγωγή
Η οπλοκατοχή αποτελεί και έχει αποτελέσει στις ΗΠΑ ένα αμφιλεγόμενο και συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα με ένθερμους υποστηρικτές και εξίσου φανατικούς αντιπάλους. Η πηγή του ζητήματος βρίσκεται φυσικά στην κατοχύρωση της οπλοκατοχής ως συνταγματικό δικαίωμα των πολιτών από το Αμερικάνικο σύνταγμα (2nd Amendment). Από την άλλη για τους κατοίκους της γηραιάς ηπείρου, το θέμα της οπλοκατοχής είναι ξένο και βρίσκεται εκτός της mainstream πολιτικής σκηνής.

Με την οπλοαπαγόρευση σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό να αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στα Ευρωπαϊκά κράτη, η κατοχή όπλων από ιδιώτες έχει κατά συνέπεια αμαυρωθεί στις συνειδήσεις των πολιτών τους. Για πολλούς μάλιστα αποτελεί σημείο αναφοράς και περηφάνιας, καθώς η οπλοαπαγόρευση έχει φτάσει να θεωρείται συνώνυμο του πολιτισμού, της προοδευτικότητας και της ασφάλειας. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το debate στον αναπτυγμένο κόσμο έχει κλείσει, με τους «οπισθοδρομικούς» Αμερικάνους μόνο να αρνούνται να αποχωριστούν αυτό το βάρβαρο και αναχρονιστικό κατάλοιπο της άγριας δύσης. Ένα κατάλοιπο, που δεν αρμόζει ούτε είναι αναγκαίο σε μία σύγχρονη και προοδευτική κοινωνία. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Οπλοκατοχή, εγκληματικότητα και ασφάλεια 
Βασικό επιχείρημα των αντιπάλων της οπλοκατοχής είναι αυτό της εγκληματικότητας. Πρόκειται για μια αιτιοκρατική θεώρηση της οπλοκατοχής κατά την οποία ένα ζήτημα κρίνεται όχι βάσει αρχών και ηθικής, αλλά βάσει των φαινομενικών αποτελεσμάτων του. Μία τέτοια προσέγγιση παρά των ενδογενών λογικών σφαλμάτων της, αξίζει περεταίρω ανάλυσης για την σφαιρική κατανόηση του ζητήματος της οπλοκατοχής.

Η αιτιοκρατική κριτική της οπλοκατοχής διακρίνεται από δύο ρεύματα. Το πρώτο εξετάζει τη συσχέτιση της οπλοκατοχής με τις ανθρωποκτονίες και τα εγκλήματα με τη χρήση όπλων. Μελέτες επί μελετών, αναλώθηκαν να καταδείξουν το προφανές και συγχρόνως ανούσιο γεγονός, ότι σε κοινωνίες όπου τα όπλα είναι ευκολότερα προσβάσιμα, αποτελούν και την συνηθέστερη επιλογή εργαλείου για κάθε επίδοξο εγκληματία. Η διαπίστωση όμως αυτή, είναι ανούσια γιατί δεν εξετάζει την ευρύτερη εικόνα. Δεν είναι το εργαλείο του εγκλήματος που μας ενδιαφέρει, όσο το έγκλημα καθ’ αυτό. Θα μπορούσε κάλλιστα ο ίδιος αριθμός εγκλημάτων να είχε διαπραχθεί με χρήση διαφορετικών μέσων (μαχαίρια, βόμβες κλπ).
Οπότε ερχόμαστε στο δεύτερο ρεύμα, το οποίο στηρίζεται πάνω σε ορθότερες βάσεις. Σύμφωνα με αυτό, οι επίδοξοι εγκληματίες, χάρη στην αποτελεσματικότητα και φονικότητα των όπλων, αφήνουν στο διάβα τους μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων. Με άλλα λόγια η εκτεταμένη οπλοκατοχή αποτελεί έναν μεγεθυντή των αποτελεσμάτων, της προϋπάρχουσας εγκληματικότητας. Μία γρήγορη ματιά στα δεδομένα δημιουργεί μία διαφορετική εικόνα.

Στατιστικά στοιχεία
Στα παρακάτω διαγράμματα απεικονίζεται η γραμμική συσχέτιση ανθρωποκτονιών και οπλοκατοχής, τόσο ανά πολιτεία των ΗΠΑ (διάγραμμα 1) όσο και ανά κράτος (διάγραμμα 2). Και τα δύο διαγράμματα παρουσιάζουν αρνητική συσχέτιση των δύο μεγεθών. Δηλαδή όσο μεγαλύτερο το ποσοστό της οπλοκατοχής, είτε σε πολιτειακό (ανά τις Η.Π.Α) είτε σε κρατικό (ανά τον κόσμο) επίπεδο τόσο μικρότερος φαίνεται να είναι και ο αριθμός των ανθρωποκτονιών. Συνεπώς η υπόθεση, ότι η φονικότητα των εγκληματιών αυξάνεται εν τη παρουσία εκτεταμένης οπλοκατοχής, αντικρούεται από την στατιστική ανάλυση των δεδομένων.

Τα αίτια των παρακάτω αποτελεσμάτων είναι ποικίλα και εξαιρετικά δύσκολο να διερευνηθούν πλήρως. Ένα από αυτά όμως και ίσως το πιο λογικοφανές, είναι αυτό της οπλοχρησίας σε περιπτώσεις αυτοάμυνας. Η οπλοκατοχή τόσο μέσω εκφοβισμού όσο και μέσω της οπλοχρησίας αποτελεί ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα προστασίας των πολιτών, ιδίως των πιο αδυνάτων, έναντι των εγκληματικών στοιχείων που ενεργούν κατά της ζωής τους, των οικογενειών τους και της ιδιοκτησίας τους. Το όπλο λοιπόν αποτελεί έναν εξισωτικό παράγοντα μεταξύ αυτών και των εγκληματιών, τη στιγμή που η κρατική αστυνομία είναι απούσα ή δεν ενδιαφέρεται να παρέμβει.

Το να στερούνται οι πολίτες του δικαιώματος στην οπλοκατοχή, είναι να στερούνται του αποτελεσματικότερου μέσου στην αυτοάμυνα και κατά συνέπεια μέρος της αυτοκτησίας τους, ως έρμαια της καλής θελήσεως των θυτών τους.

Screenshot_20181203-083101_Facebook

Διάγραμμα 1:Γραμμική συσχέτιση οπλοκατοχής και ανθρωποκτονιών ανά πολιτεία των ΗΠΑ. Πηγές δεδομένων: https://ucr.fbi.gov/crime-in-the-u.s/2010/crime-in-the-u.s.-2010/tables/10tbl04.xls , https://www.thoughtco.com/gun-owners-percentage-of-state-populations-3325153

Screenshot_20181203-083118_Facebook
Διάγραμμα 2: Γραμμική συσχέτιση οπλοκατοχής και ανθρωποκτονιών ανά κράτος. Πηγές δεδομένων: https://en.wikipedia.org/wiki/List_of_countries_by_firearm-related_death_rate

Ξεφεύγοντας από τα στατιστικά…απαντήσεις σε επιχειρήματα κατά της οπλοκατοχής
Παρόλο που τα στατιστικά δεν υποδεικνύουν κάποια συσχέτιση οπλοκατοχής και αριθμού βίαιων εγκλημάτων, ο αντίλογος συνεχίζει να υπάρχει. Παρακάτω θα παρουσιάσουμε τα κυριότερα επιχειρήματα και θα προσπαθήσουμε να δώσουμε τον δικό μας αντίλογο.

«Αν όλοι μπορούν να αποκτήσουν όπλο, τότε και όλοι οι επίδοξοι εγκληματίες θα έχουν αυτήν την ευκαιρία».

Η αλήθεια είναι όντως υπάρχει πιθανότητα οι επίδοξοι παραβάτες να αποκτήσουν πιο εύκολα όπλα. Είναι λογικό επόμενο της άρσης της οπλοαπαγόρευσης. Υπάρχει όμως μία σοβαρή πλάνη στον ισχυρισμό. Οι εγκληματίες συνήθως δεν περιμένουν κάποιον κρατικό νόμο να τους επιτρέψει να αποκτήσουν όπλα. Στρέφονται στη μαύρη αγορά. Οπότε στην ουσία δημιουργείται ένα ενδιαφέρον δίπολο: Ο νομοταγής πολίτης που δεν είναι πρόθυμος να παραβιάσει τους κανόνες και ο εγκληματίας που θα τους σπάσει ούτως ή άλλως. Στη μία περίπτωση, ο πολίτης δεν θα ρισκάρει την οργή του νομοθέτη και είτε δεν θα αποκτήσει ποτέ όπλο ή θα ακολουθήσει όλες τις χρονοβόρες διαδικασίες για να το κάνει. Στην άλλη, οι κανόνες, οι νόμοι δε σημαίνουν και πολλά.

Επομένως, η οπλοαπαγόρευση φέρνει σε δυσκολότερη θέση αυτούς που υποτίθεται ότι θέλει να προστατεύσει. Η μία πλευρά είναι πρόθυμη να ρισκάρει τα πάντα για να παρανομήσει. Η άλλη δεν είναι το ίδιο πρόθυμη (ή δεν μπορεί) να ανταποδώσει σε αυτήν την απειλή. Και η αστυνομία προφανώς δεν είναι πανταχού παρούσα.

«Πολλές επιθέσεις έχουν γίνει προς πολίτες από άλλους πολίτες εν βρασμώ ψυχής με επικίνδυνα αντικείμενα. Αν οι επίδοξοι δράστες είχαν πιστόλι, θα καταφέρνανε σίγουρα ζημιά».

Θυμήθηκα με αυτό το επιχείρημα μία συζήτηση στο Facebook σχετικά με μία παρόμοια είδηση. Κάποιος υποτίθεται ότι πήρε ένα τρυπάνι και επιτέθηκε σε γνωστό του. Θα τον σκότωνε, αν δεν επενέβαιναν οι περαστικοί και δεν αργούσε η αστυνομία. Οπότε, τι θα γινόταν αν είχε πιστόλι; Δε θα το διάλεγε αν ήθελε να κάνει τη μέγιστη ζημιά στον ελάχιστον χρόνο; Τι γίνεται με αυτούς που είναι επιρρεπείς στη βία και την επιθετικότητα ή αντιμετωπίζουν ψυχολογικά προβλήματα;

Η απάντηση εδώ είναι ότι δεν ξέρουμε τι θα έκανε. Μπορεί να μην έπαιρνε το πιστόλι. Μπορεί να έπαιρνε το πιστόλι και από απόσταση να αστοχούσε (ενώ με το τρυπάνι θα ερχόταν πιο κοντά και θα είχε λιγότερες πιθανότητες να αστοχήσει). Μπορεί οι περαστικοί να έβλεπαν το τράβηγμα του όπλου, να ανταπέδιδαν με το τράβηγμα των δικών τους και η κατάσταση να έληγε αναίμακτα. Ή μπορεί να έπεφτε νεκρός από τα πυρά άλλων. Είναι τουλάχιστον μονομερής και προκατειλημμένη η τοποθέτηση όλων των πιθανοτήτων μόνο σε μία εναλλακτική.

«Οι εγκληματίες είναι συνήθως ικανότεροι με τα όπλα. Το θύμα έχοντας όπλο μπορεί να δώσει κίνητρο στον εγκληματία, μόλις το δει, να ανοίξει πυρά πρώτος. Αφού είναι ικανότερος, το θύμα είτε έχει, είτε δεν έχει όπλο, πάλι θα τραυματιστεί ή θα σκοτωθεί».

Αυτό το επιχείρημα ξεκινάει με μία τουλάχιστον πιθανοκρατική παραδοχή. Οι εγκληματίες μπορεί και να μην είναι ικανότεροι στη χρήση όπλων. Αλλά έστω ότι γενικά είναι. Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της οπλοκατοχής. Θα βοηθούσε να το δούμε με ένα αντιπαράδειγμα. Έστω ότι κάποιος μας κυνηγάει να μας κλέψει το πορτοφόλι. Εμείς είμαστε αργοί και δυσκίνητοι, ο επίδοξος κλέφτης γρήγορος και δυνατός. Με τη λογική του επιχειρήματος, αφού δεν έχουμε ελπίδα να τον αποφύγουμε, μπορούμε κάλλιστα να κάτσουμε να μας κλέψει. Γιατί να τρέξουμε άραγε;

Επίσης, αγνοεί το ότι το θύμα έχει βούληση και μπορεί να αποφασίσει αν και πότε θα αντιδράσει. Είναι πολύ εύκολο κάποιος να βγάζει αυθαίρετα συμπεράσματα εκ μέρους άλλων. Εν τέλει, το επιχείρημα είναι τουλάχιστον φαιδρό. Όλοι θα έπρεπε να είχαμε ευκαιρία και τρόπο αντίδρασης. Αν αυτός πετύχει ή αποτύχει, τότε δεν έχει να κάνει άμεσα με την οπλοκατοχή αλλά με τις συνθήκες που περιβάλλουν το έγκλημα.

«Η (ελληνική) κοινωνία δεν είναι ακόμα έτοιμη να δεχτεί την οπλοκατοχή. Η νοοτροπία (του Έλληνα) είναι τέτοια που η χώρα θα μετατραπεί σε…Τέξας της άγριας δύσης».

Είναι εκπληκτικό το πόσα επιχειρήματα μπορούν να ξεκινήσουν με επίκληση στην όχι και τόσο «ενάρετη» νοοτροπία των κατοίκων μίας χώρας. Αναρωτιόμαστε όμως γιατί μένουν μόνο στην οπλοκατοχή. Ποιο είναι το σημείο εκείνο στο οποίο η νοοτροπία θα φτάσει στο επιθυμητό σημείο αρετής; Πώς θα το μετρήσουμε; Πότε θα ξέρουμε πώς φτάσαμε εκεί; Ή μήπως όλο το επιχείρημα είναι απλά μία προβολή, που κάνει κάποιος που το εκφράζει, σε όλους μας; Μήπως ο ίδιος δεν πέφτει μέσα στα στάνταρντ του; Τότε ας μην αποκτήσει ο ίδιος όπλο. Υποχρεωτικό δεν είναι.

Το χειρότερο βέβαια είναι ότι, ναι μεν ο Έλληνας λόγου χάρη δεν είναι έτοιμος να δεχτεί ελεύθερη οπλοκατοχή, αλλά σίγουρα είναι έτοιμος να καθορίζει την πορεία μίας χώρας με την ψήφο του. Νομίζω ότι το διπλό στάνταρντ είναι εμφανές.

«Τα ατυχήματα με όπλα συμβαίνουν. Αν τα θύματα είναι παιδιά;»

Mπορούμε να αριθμήσουμε πολλές περιπτώσεις που θύματα είναι παιδιά και δεν αφορούν την παρουσία όπλων. Γιατί απομονώνεται μόνο η οπλοκατοχή εδώ; Το πρόβλημα δεν είναι η οπλοκατοχή per se αλλά η κακή οικογενειακή μέριμνα. Κακή οικογενειακή μέριμνα θα μπορούσε να εντοπισθεί σε μαχαιροπίρουνα, σκεύη μαγειρικής, γλιστερά δάπεδα και αυτοκίνητα. Δε βλέπουμε κάποιο κίνημα όμως εναντίον της σφουγγαρίστρας και του τηγανιού. Ποιο ακριβώς είναι το κριτήριο για τη διάκριση;

Η απάντηση έρχεται πληρωμένη: «Το αυτοκίνητο είναι σχεδιασμένο να ταξιδεύει, το όπλο να σκοτώνει. Το κριτήριο είναι ο σκοπός κατασκευής του αντικειμένου υπό κριτική». 

Παρατηρείστε τη λογική πλάνη που περιέχεται μέσα σε αυτόν τον ισχυρισμό. Υπονοείται ότι κάθε αντικείμενο εσωκλείει και τον «φυσικό του σκοπό». Ο σκοπός όμως είναι ανθρώπινο προϊόν. Ένα όπλο δεν μπορεί να έχει ως «σκοπό» να σκοτώνει ανθρώπους. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει σκοπό να σκοτώνει ανθρώπους. Το πιστόλι και όλα τα όπλα έχουν κατασκευαστεί ώστε να εκτοξεύουν ένα βλήμα. Η κατεύθυνση ή ο σκοπός εκτόξευσης του βλήματος βασίζονται στον άνθρωπο που πράττει. Ένα όπλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο αυτοάμυνας, κυνηγιού ή και ως αντικίνητρο προς επίδοξους εγκληματίες πέραν της δολοφονίας ανθρώπων.
Επίσης κάποιος μπορεί να θεωρεί την κατοχή όπλου το ίδιο σημαντική με την κατοχή αυτοκινήτου και σκευών μαγειρικής. Αν υπάρχουν θύματα από κακή χρήση και συντήρηση όπλων, τότε το πρόβλημα έγκειται στην κακή συντήρηση και φύλαξη. Όχι στην ύπαρξη όπλων και μόνο.

«Και τι θα γίνει με τις μαζικές εκτελέσεις σε σχολεία πανεπιστήμια; Αυτά τα παιδιά που διέπραξαν τα εγκλήματα δε θα το έκαναν αν δεν είχαν όπλα».

Θα μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα δίκιο εδώ. Μπορεί, ελλείψει όπλων ο δράστης να μην προέβαινε στο έγκλημα. Ή μπορεί να έβρισκε όπλο στην μαύρη αγορά. Το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε τι θα γινόταν παρά να εικάζουμε. Επίσης, σημαντικότατη παρατήρηση είναι η εξής: Τέτοια εγκλήματα συνέβησαν σε μέρη που απαγορεύονταν τα όπλα. Πανεπιστήμια, σχολεία, νοσοκομεία και κλινικές είναι ζώνες μη οπλοκατοχής. Δεν υπάρχει κανένας οπλισμένος μέσα στο κτίριο. Επομένως, εφόσον κανένας δεν έχει την ικανότητα να ανταποδώσει στον δράστη, τότε ο δράσης δεν έχει κανένα αντικίνητρο. Επίσης, αν η οπλοκατοχή ήταν ελεύθερη, ακόμα και αν ο δράστης άνοιγε πυρ, κατά πάσα πιθανότητα τα θύματα θα ήταν λιγότερα. Δε θα προλάβενε να πράξει χειρότερα.

Φανταστείτε πόσο θα αυξανόταν το αίσθημα ασφάλειας αν για παράδειγμα ένας ληστής ήθελε να ληστέψει ένα μαγαζί όπου όλοι οι πελάτες πιθανότατα θα είχαν όπλο. Όσο παράδοξο (αν και λογικό) φαίνεται, η ελεύθερη οπλοκατοχή έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να διατηρήσει την τάξη και την ασφάλεια απ’ ότι η αστυνομία, που συνήθως φτάνει εκ των υστέρων στην σκηνή του εγκλήματος.

Το «ασθενές» φύλο και η οπλοκατοχή
Περισσότερο όφελος από την άρση της οπλοαπαγόρευσης θα έχουν προφανώς οι γυναίκες. Επειδή, φύσει είναι συνήθως υποδεέστερες σε μυική δύναμη και ταχύτητα από τους άντρες, η κατοχή ενός όπλου θα λειτουργούσε ως εξισωτικός παράγοντας σε κάθε ατυχές περιστατικό. Και φυσικά όχι μόνο με την απευθείας χρήση του αλλά και ως φόβητρο προς τον επίδοξο εγκληματία (βιαστή, κλέφτη). Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα παράνομη είναι και η κατοχή σπρέη πιπεριού. Εδώ εμφανίζεται ένα επιχείρημα κατά της οπλοκατοχής. «Ας επιτραπεί το σπρέη και όχι τα όπλα». Το πρόβλημα εδώ είναι ότι το σπρέη δεν εξισώνει και αποφεύγεται εύκολα με κάποιο μαντήλι ή γυαλιά. Επίσης δεν έχει μεγάλη εμβέλεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο με τη βασική του λειτουργία (ψέκασμα). Ένα περίστροφο όμως ή κάποιο άλλο όπλο χειρός, μπορεί να πλήξει από μακριά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ρόπαλο. Τέλος, δεν είναι δύσκολο να μάθει κάποιος σωστή σκόπευση. Δωρεάν μαθήματα αυτοάμυνας για γυναίκες παραδίδονται σχεδόν παντού. Το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και για μαθήματα σκόπευσης.

Πολιτισμένος και ανυπεράσπιστος
Η οπλοαπαγόρευση ως επιφαινόμενο σύμβολο πολιτισμού (κυρίως στην Ευρώπη) αποτελεί μία στρέβλωση σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Πρόκειται για μία στρέβλωση κατά την οποία αυτός που αφήνεται ηθελημένα (ή όχι) άοπλος και ανυπεράσπιστος στα χέρια αυτών που επιδιώκουν να τον βλάψουν, θεωρείται πολιτισμένος και ηθικά ανώτερος αυτών που θα αξιοποιήσουν κάθε δυνατό μέσο για την προάσπιση του εαυτού τους. Πρόκειται για μία στρέβλωση που θέτει ως μέτρο πολιτισμού την εξάρτηση των πολιτών από τις κυβερνήσεις τους. Τις ίδιες κυβερνήσεις που έχουν αποτελέσει ιστορικά τον μεγαλύτερο εγκληματία και  καταπατητή των ατομικών ελευθεριών. Ο αντίλογος της αστικής δημοκρατίας πέφτει κενός, μπροστά στις θηριωδίες των ολοκληρωτικών καθεστώτων, που γεννήθηκαν στα σπάργανα του «καλύτερου» πολιτεύματος που έχει εφευρεθεί μέχρι σήμερα.

Η εκχώρηση του δικαιώματος στην οπλοκατοχή, σε μία πολιτική ελίτ και στα εκτελεστικά της όργανα δεν είναι σύμβολο πολιτισμού. Είναι σύμβολο απουσίας του. Είναι σύμβολο μιας κοινωνίας πρόθυμης να θυσιάσει τα πιο θεμελιώδη δικαιώματα, στο βωμό της ασφάλειας. Μίας ασφάλειας παραδομένης πλέον, στα χέρια αυτών που την επιθυμούν περισσότερο. Των εν δυνάμει εγκληματιών που επιβουλεύονται τις ζωές και περιουσίες των πολιτών, είτε υπό το κάλυμμα της νύχτας είτε υπό αυτό της ψήφου.

____________

* των Μιχάλη Γκουντή & Κωνσταντίνου Γούναρη, EleytheriAgora.gr

Σχετικά άρθρα