Header ad
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ

Απόστολος Κοσμάς: Δολοφόνησε τον ψυχικά πάσχοντα γιο του, εγκλωβισμένος στις αντιλήψεις, φοβόταν τον κοινωνικό στιγματισμό..

Απόστολος Κοσμάς: Δολοφόνησε τον ψυχικά πάσχοντα γιο του, εγκλωβισμένος στις αντιλήψεις, φοβόταν τον κοινωνικό στιγματισμό..

Οι προκαταλήψεις και ο κοινωνικός στιγματισμός, εγκλώβισαν τις επιλογές της αστικής οικογένειας, όταν ο έφηβος τότε γιος τους διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου, και η απόφαση να τον κρατήσουν μακριά από το ψυχιατρικό ίδρυμα, αποδείχθηκε το μοιραίο τους λάθος

Στις 7 Ιουλίου του 1996 ο Απόστολος Κοσμάς, 54 χρόνων, μηχανολόγος – μηχανικός και επιχειρηματίας, κάτοικος Κηφισιάς, σύζυγος και πατέρας τριών αγοριών,  έπληξε θανάσιμα με τσεκούρι ενώ κοιμόταν, τον πρωτότοκο γιο του Βαγγέλη -τότε- 27 χρόνων, ο οποίος από τα 15έτη του, είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου.

Ήταν ένα παιδί ευφυέστατο που παρά τη βαριά κατάσταση της υγείας του προσπαθούσε και διατήρησε για καιρό «νησίδες λογικής» στο ταραγμένο του μυαλό, θα καταθέσει στην ακροαματική διαδικασία ο επίκουρος καθηγητής της Νευρολογίας και της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Χαράλαμπος Παπαγεωργίου, που τον παρακολουθούσε. Η σχιζοφρένεια παρανοϊκού τύπου – όπως διαγνώστηκε αργότερα- με ανεξέλεγκτη επιθετικότητα ήταν … έξω από τα μέτρα του. Δεν μπορούσε να «τη φέρει βόλτα» ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του, που ζούσε με την ελπίδα ότι η αγάπη μπορεί να τον θεραπεύει, κατέθεσε ο Καθηγητής.

Ο Απόστολος Κοσμάς, ζούσε στην Κηφισιά με την πενταμελή οικογένεια του- με τη σύζυγό του είχαν αποκτήσει τρία παιδιά – μια εμφανώς συνηθισμένη ζωή, μέχρι το 1984 . Ο μεγαλύτερος έφηβος -τότε – γιος της οικογένειας, Βαγγέλης, άρχισε να εκδηλώνει τα πρώτα σημάδια, με εκρήξεις θυμού.

Είχα αδυναμία στο παιδάκι μου. Ήταν ο πρωτότοκος. Ήταν έξυπνος, χαρισματικός”, θα περιγράψει στην απολογία του στο Δικαστήριο, ο Απόστολος Κοσμάς. “Στα 15 του χρόνια εκδήλωσε τα πρώτα συμπτώματα. ‘Περνάει έντονη εφηβεία’ είπαν οι γιατροί. Ίσως κι εμείς να το ζορίσαμε. Σχολείο, γερμανικά, αγγλικά, πιάνο”.

Το 1989, ο Βαγγέλης Κοσμάς, ήταν πλέον 20ετών. Η οικογένεια θα αναγκαστεί να παραδεχτεί την αλήθεια , ο μεγάλος τους γιος είναι ψυχικά ασθενής.

Δεν θέλαμε να το βάλουμε σε δημόσιο ψυχιατρείο, εκεί που το ένα παιδί βιάζει το άλλο. Αγάπη τού δίναμε, ελπίζοντας. Αγάπη και υπομονή”, καταθέτει η Ελευθερία Κοσμά, μητέρα του 27άχρονου και συζύγου του Απόστολου Κοσμά, ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας. “Το παιδί μου είχε μια ζωή γεμάτη αγάπη”, θα συμπληρώσει η μητέρα του, “..το τέλος του δεν δείχνει αγάπη. Αυτό με τυραννάει πάντα”..

Τον Αύγουστο του ίδιου έτους (1989), οι γιατροί θα συστήσουν στους γονείς, τον εγκλεισμό του Βαγγέλη σε ψυχιατρική κλινική, με τον επίκουρος Καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Χαράλαμπος Παπαγεωργίου, με έμφαση να γνωματεύει ότι, η “αναγκαστική νοσηλεία είναι η μόνη λύση”.

Για πρώτη φορά μας συνιστούν εισαγωγή σε ψυχιατρείο”, συνεχίζει στην απολογία του, ο Απόστολος Κοσμάς ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας. “Τον πάμε στην κλινική «Γαλήνη», είδα να τον πιάνουν τέσσερις πέντε μαζί, τον δένουν και τον κλείνουν σε ένα υπόγειο για ένα μήνα. Ήταν βαριά περίπτωση. Το παιδάκι μου μου ζητάει να βγει, δεν αντέχει άλλο εκεί μέσα. Δεν αντέχω κι εγώ. Υπογράφω. Τον παίρνω στο σπίτι, «Υπ’ ευθύνη μου»… Πάμε σε γιατρό, βρίσκουμε τη σωστή φαρμακευτική αγωγή, είναι καλά”, συνεχίζει αν περιγράφει ο πατέρας του.

Τον πρώτο καιρό ο Βαγγέλης, ακολουθεί κατ’ οίκον τη φαρμακευτική του αγωγή και η κατάστασή του είναι σταθερή. «Του είχα υποσχεθεί του παιδιού μου ότι ποτέ ξανά, δεν θα το έκλεινα σε ίδρυμα. Με είχε πιστέψει το αγόρι μου γιατί με αγαπούσε πολύ (…) ήταν η αδυναμία μου», περιγράφει ο Απόστολος Κοσμάς για εκείνη  τη δύσκολη για την οικογένειά τους, περίοδο.

«Αν έπαιρνε τα φάρμακά του, όλα θα πήγαιναν καλά»

Το 1995 όμως, θα διακόψει τη φαρμακευτική αγωγή που ακολουθούσε, χωρίς ιατρική συγκατάθεση. Οι γονείς του το αντιλαμβάνονται και αρχίζουν να του κρύβουν τα χάπια του, μέσα στο φαγητό. Τρώνε και οι ίδιοι απ’ το ίδιο φαγητό για να μην το αντιληφθεί.

Δεν ήθελα να τον κλείσω σε ψυχιατρείο, δεν το άντεχα. Τον βάζω σε διάφορες δουλειές γνωστών μου. Φεύγει. Αγοράζει χασίς. Χειροτερεύει. Χτυπούσε τη μητέρα του. Αποφασίζουμε να τον πάμε στο «Αιγινήτειο». Δεν γίνεται… Ο γιατρός φοβάται για τη ζωή του παιδιού (…) λέει να τον βάλουμε μέσα. Για δεύτερη φορά. Παίρνουμε εισαγγελική εντολή. Η Αστυνομία φοβάται. ..»Είναι επικίνδυνος».., μας λένε, «..πρέπει να έλθουν τα ΕΚΑΜ». Όχι τα ΕΚΑΜ! Όχι το παιδάκι μας (…) Παίρνει τις σταγόνες του. Είναι καλύτερα. Δεν ήθελα να τον κλείσω σε ψυχιατρείο. Δεν το άντεχα Μας πώς ήταν καλύτερα; Αφού ήταν τρελός! Ελπίζαμε.. (..) Μέχρι να βρω μια λύση, αποφασίζω να τον στείλω διακοπές στη Μύκονο. Και αν σκοτώσει κανέναν; Θα είχαμε ηθική ευθύνη”, απολογείται ο Απόστολος Κοσμάς ενώπιον των Δικαστών.

«Ήταν επικίνδυνος. Είχα επιμείνει στην αναγκαστική νοσηλεία. Στον εγκλεισμό. Δεν το ήθελαν οι γονείς. Δεν το άντεχαν », θα καταθέσει ο επίκουρος καθηγητής της Νευρολογίας και της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Χαράλαμπος Παπαγεωργίου, ο οποίος παρακολουθούσε το Βαγγέλη.

Σάββατο 7 Ιουλίου του 1996, ο 27άχρονος – πια – Βαγγέλης Κοσμάς, βρίσκεται σε κρίση. Είναι στο σπίτι μαζί με τον πατέρα του, οι δυο τους. «Ήμουν μόνος στο σπίτι. Έρχεται το παλικάρι μου και μου λέει ότι ένας γείτονάς μας, μπαίνει στο μυαλό του και του υπαγορεύει τι να κάνει. «Το κεφάλι μου πονάει», παραπονιέται. «Θα τον σκοτώσω», μου λέει».

“Αν μέχρι να γυρίσω δεν μου έχεις βρει λεφτά για όπλα, θα σε σκοτώσω”, και ο 27άχρονος Βαγγέλης βγαίνει από το πατρικό του, με άγνωστη κατεύθυνση. Εκείνο το μεσημέρι, πήγε δύο φορές ο Απόστολος Κοσμάς στο τοπικό Τμήμα εκλιπαρώντας για εκτέλεση αναγκαστικού του εγκλεισμού , αλλά ο Διοικητής απουσιάζει.  Γυρίζει στο σπίτι, σε πανικό και ακούει και το γιο του να επιστρέφει στο σπίτι της οικογένειας.

Ο Απόστολος Κοσμάς έπληξε θανάσιμα με τσεκούρι ενώ κοιμόταν. Στη συνέχεια και χωρίς  τα μέλη της οικογένειάς του να αντιληφθούν τι είχε προηγηθεί, μετέφερε το νεκρό γιο του στον Κάλαμο, όπου διατηρούσαν εξοχικό. Έβαλε φωτιά και αποχώρησε. Την επόμενη μέρα επέστρεψε και πάλι στον Κάλαμο, έκοψε με πριόνι σε κομμάτια το απανθρακωμένο σώμα του γιου του. Ενώ τοποθετούσε τα κομμάτια σε μικρές σακούλες, Αστυνομικοί τον συνέλαβαν επ’ αυτοφώρω- σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής. Είχε προηγηθεί τηλεφώνημα από γείτονα, ο οποίος νωρίτερα, είχε βγάλει βόλτα το σκύλο του, και διαπίστωσε την αντίδρασή του, καθώς γάβγιζε έντονα και έτρεχε συνεχώς προς το εξοχικό της οικογένειας .

«Θα είχα αυτοκτονήσει» θα πει «αλλά το μικρό μου το παιδί, ο Σταύρος μου, το κακόμοιρο μου είπε μια μέρα: Πατέρα, κοιμάμαι και ξυπνώ κάθε πρωί γιατί ξέρω ότι υπάρχεις»!

Ο Απόστολος Κοσμάς, σταματάει την απολογία του, σε αυτό το σημείο, και ξεσπάσει σε κλάματα με λυγμούς. Ψάχνει στις τσέπες για τα χάπια του. Είναι καρδιακός, προσπαθεί να συνεχίσει, «..σας παρακαλώ. Δικάστε με 100 χρόνια. Δεν με νοιάζει. Μη με στενοχωρείτε άλλο όμως, διαβάστε τα από τα χαρτιά σας. Δεν μπορώ…”, είναι κατακόκκινος, ιδρωμένος, λύνει τη γραβάτα του.

Η δικαστική αίθουσα, παγώνει… Μόνο ο λυγμός, αυτός που βγαίνει από μέσα του.. Δικαστές, ένορκοι, δημοσιογράφοι, με δάκρυα μένουν θεατές.
Διακοπή της δίκης για πέντε λεπτά. Η γυναίκα του τρέχει κοντά του, τον χαϊδεύει.

Συνεχίζεται η ακροαματική διαδικασία, με τον Απόστολο Κοσμά να συνεχίζει την απολογία του, καθιστός, εμφανώς καταβεβλημένος, μέσα σε αναφιλητά, απευθύνεται στους Δικαστές, «Πώς μπόρεσα να σκοτώσω το παιδί μου; Είμαι εγκληματίας; Μήπως είμαι τρελός; Καλύτερα να είχα αυτοκτονήσει». Και δίνει μια υπόσχεση στον Θεό και στο δικαστήριο. «Αν βγω από τη φυλακή, θα βοηθήσω τα παιδάκια που έχουν την ίδια αρρώστια με τον Βαγγέλη μου». Ζητάει μια χάρη. «Δώστε μου μια άδεια. Να πάω κι εγώ στον τάφο του παιδιού μου. Να κλάψω. Δεν έχω πάει ποτέ…»

Κατά τη διάρκεια της δίκης

Ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας, όλοι, τον είχαν υποστηρίξει . Τα παιδιά του, η σύζυγός του, φίλοι και γείτονες, κατέθεσαν ως μάρτυρες, «Δεν είμαστε εδώ για να υπερασπίσουμε τον δολοφόνο αλλά τον άριστο οικογενειάρχη, τον σύζυγο, τον πατέρα. Και των άλλων παιδιών. Πάνω απ’ όλα, όμως, του Βαγγέλη..» αναφέρουν μεταξύ άλλων.

Η Ελευθερία Κοσμά, σύζυγος του Απόστολου Κοσμά, μητέρα του Βαγγέλη, δεν μπορεί να διαχωρίσει τους δύο ρόλους της, κλαίγοντας βρίσκεται ενώπιον των Δικαστών. Καταθέτει και κατεβαίνει από το βήμα. Κοιτάζει το σύζυγό της, του δίνει το χέρι της, της το σφίγγει με αγωνία. Κλαίνε μαζί.

“..Ο πατέρας μου ήταν το πρότυπό μου. Προσπαθούσα να του μοιάσω. Σε όλα (…) Κατάλαβα ότι έπρεπε μόνος μου να προστατεύσω τον εαυτό μου. Κλείδωνα την πόρτα μου και άφηνα τα παντζούρια ανοιχτά. Δεν έφταιγε ο αδελφός μου. Η αρρώστια του μόνο..”, θα καταθέσει ο 20άχρονος τότε Σταύρος, ο μικρότερος γιος της οικογένειας, που το έζησε από κοντά. Κλαίει.

Ο δεύτερος γιος της οικογένειας, Κωνσταντίνος, 24, έλειπε για σπουδές στην Αγγλία. Υπερασπίζεται τον πατέρα του, “Ήμουν η σανίδα σωτηρίας για το αδελφάκι μου. Δεν ήταν ο πατέρας μου που έκανε όλα αυτά”, καταθέτει, ενώ σκύβει το κεφάλι. Είναι νευρικός. Διακόπτει με μια μεγάλη παύση. “Ο πατέρας σήκωνε το βαρύτερο φορτίο (…) Ο αδελφός μου είχε καλοσύνη, που την επισκίαζε η σχιζοφρένειά του. Έλεγε ότι θα μας σκότωνε εάν τον κλείναμε στο ψυχιατρείο. Τα περιστατικά τον τελευταίο καιρό δεν ήταν ένα και δύο. Ήταν σαν ένα βιβλίο, που κάθε σελίδα του ήταν γραμμένη με πολλά περιστατικά. Ήταν ένα μαρτύριο, το οποίο προσπαθούσαμε να αντιμετωπίσουμε με αγάπη. Προσευχόμουν, πίστευα και ήλπιζα, όπως όλοι μας”..

Στην ακροαματική διαδικασία, οι δύο πραγματογνώμονες που εξέτασαν τον Απόστολο Κοσμά, καταθέτουν για τον ίδιο, «Μπορεί να είχε μειωμένη ικανότητα καταλογισμού την ώρα του φόνου. Να μην καταλάβαινε τις πράξεις του ». Το δέχθηκε ο Εισαγγελέας και το Δικαστήριο.

Την 1η Οκτωβρίου του 1998, οι Δικαστές αποσύρονται στις δώδεκα παρά είκοσι. Περίπου στις δύο το μεσημέρι, σχεδόν δυόμισι ώρες μετά, η πόρτα που βρίσκεται στο πλάι, ανοίγει. Οι Δικαστές και οι ένορκοι του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ανεβαίνουν στην Έδρα. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου, “ένοχος, αλλά με δύο ελαφρυντικά” και θα του επιβάλει κάθειρξη 18 ετών . Η υπεράσπιση ζητάει μείωση της ποινής. Οι Δικαστές αποσύρονται εκ νέου. Κοντεύει δύο και μισή. Οι Δικαστές ανεβαίνουν στην Έδρα. Η απόφαση για τον Απόστολο  Κοσμά, 15 χρόνια κάθειρξη και 6 μήνες φυλάκιση. Οι Δικαστές αποχωρούν.

Είχε προηγηθεί η αγόρευση του Εισαγγελέα της Έδρας, “..ποιος είμαι εγώ που θα κάνω τον τιμητή; Δεν έχω δικαίωμα να απευθύνω κατηγορίες ηθικής φύσεως. Βρεθείτε στη θέση αυτού του τραγικά άτυχου πατέρα. Η αγάπη, πάντως, δεν σκοτώνει. Ας τον κρίνει ο Θεός ή η κοινωνία. Λύση, υπήρχε. Ο εγκλεισμός. Αλλά ο κατηγορούμενος ήταν δέσμιος των αντιλήψεών του. Παγιδεύτηκε. Εγκλωβίστηκε. Φοβόταν τον κοινωνικό στιγματισμό”.

Πρώτη ημέρα της δίκης

Η Ελευθερία Κοσμά ζητάει από τους συνηγόρους του συζύγου της, να υποβάλλουν αίτημα να μην επιτρέψουν φωτογράφους στην αίθουσα. «Δεν αντέχουμε! Σας παρακαλώ..» Ο Απόστολος Κοσμάς, κάθεται στο εδώλιο. Γυρίζει πίσω του, ψάχνει με το βλέμμα τους ανθρώπους του- τη σύζυγό του, τα παιδιά τους. Είναι φοβισμένος. Κοιτάζει τους Δικαστές. Τρέμουν τα χέρια του. Σκουπίζεται με ένα μαντίλι.

«Να βγουν έξω οι φωτογράφοι», φωνάζει η Πρόεδρος. «Άρχεται η συνεδρίασης»..

Με την ετυμηγορία το νομικό σκέλος της υπόθεσης, ολοκληρώνεται. Στην αίθουσα τεχνικοί με κάμερες και φωτογράφοι τρέχουν στο εδώλιο του κατηγορουμένου έχει γεμίσει δημοσιογράφους με τα μπλοκ ανοιχτά. «Κύριε Κοσμά, μας υποσχεθήκατε δηλώσεις». Χαλασμός . Φωνές, σπρωξίματα. «Περιμένετε, όχι ακόμη. Τώρα!», ακούγεται η φωνή τεχνικού.

«Ευχαριστώ τους δημοσιογράφους και τους δικαστές. Για την ανθρωπιά τους», η δήλωση του Απόστολου Κοσμά. Τον απομακρύνουν οι Αστυνομικοί συνοδεία. Η σύζυγός και τα παιδιά τους, αγκαλιάζονται.

Ένα χρόνο μετά,  ο Απόστολος Κοσμάς θα πεθάνει από ανακοπή κατά τον προαυλισμό, στην Ά Πτέρυγα των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού. Έπασχε απ’ την καρδιά του..

____________________________________

* πηγές: tovima.gr, eglimawordpress.com

Σχετικά άρθρα